σαβούρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ετυμολογία[επεξεργασία]

βλέπε σαβούρα

ορισμός[επεξεργασία]

  1. ο άσχημος
  2. ο δόλιος, αντιπαθής ή αναξιόπιστος
  3. ο σαβουρογάμης, ο συνουσιαζόμενος με σαβούρα ή σαβούρες