σαγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαγή οι σαγές
      γενική της σαγής των σαγών
    αιτιατική τη σαγή τις σαγές
     κλητική σαγή σαγές
Σπάνιος ο πληθυντικός.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγή < (λόγιο) ελληνιστική κοινή σαγή < αρχαία ελληνική σημασία: αποσκευή[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Σαγή για καβαλίκεμα.

σαγή θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. Το σύνολο των εξαρτημάτων που χρειάζονται για το ζέψιμο, το καβαλίκεμα ή το φόρτωμα ενός υποζυγίου (αλόγου, μουλαριού κ.α.).
    Ο Βουκεφάλας, το άλογο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είχε τη δική του βασιλική σαγή.
  2. Το σύστημα των ειδικά κατασκευασμένων ιμάντων του αλεξίπτωτου που καταλήγουν σε μια πλατιά ζώνη η οποία εφαρμόζεται μπροστά στο στήθος ή στη μέση και με έναν απλό χειρισμό ανοίγει, ώστε να μπορεί ο αλεξιπτωτιστής να απαλλαγεί εύκολα από το αλεξίπτωτο μετά την προσγείωση.
    Το αλεξίπτωτο αποτελείται από τέσσερα κύρια μέρη: το θόλο, τα σχοινιά αναρτήσεως, την σαγή και τον σάκο.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγή < σάττω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαγή θηλυκό

  1. αποσκευή το σύνολο του φορτίου που κουβαλάει οδοιπόρος
  2. (ελληνιστική κοινή) σάγμα, σαμάρι σαγή

Πηγές[επεξεργασία]