σαγόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαγόνι σαγόνια
γενική σαγονιού σαγονιών
αιτιατική σαγόνι σαγόνια
κλητική σαγόνι σαγόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαγόνι < καθαρεύουσα σαγόνιον < αρχαία ελληνική σιαγόνιον υποκοριστικό της λέξης σιαγών

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sa.ˈɣɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαγόνι ουδέτερο

  1. οι σιαγόνες, η άνω και κάτω γνάθος
    τα σαγόνια του καρχαρία
  2. το πηγούνι
    έχει θεληματικό σαγόνι

32πχ Μεταφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]