Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαγόνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σαγόνι τα σαγόνια
      γενική του σαγονιού των σαγονιών
    αιτιατική το σαγόνι τα σαγόνια
     κλητική σαγόνι σαγόνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
σαγόνι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαγόνι < καθαρεύουσα σαγόνιον < αρχαία ελληνική σιαγόνιον υποκοριστικό της λέξης σιαγών[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /saˈɣo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σαγόνι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σαγόνι ουδέτερο

  1. (ανατομία) οι σιαγόνες, η άνω και κάτω γνάθος
    παράδειγμα  τα σαγόνια του καρχαρία
    άλλες μορφές: σιαγόνα
  2. (ανατομία) το πιγούνι
    παράδειγμα  έχει θεληματικό σαγόνι

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σαγόνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. σαγόνι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)