σαδιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαδιστής σαδιστές
γενική σαδιστή σαδιστών
αιτιατική σαδιστή σαδιστές
κλητική σαδιστή σαδιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: sadist

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sa.ði.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαδιστής αρσενικό, σαδίστρια θηλυκό

  • αυτός που αντλεί απόλαυση από το να προκαλεί πόνο, σωματικό ή ψυχικό, στους άλλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]