σαθρότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαθρότητα οι σαθρότητες
      γενική της σαθρότητας των σαθροτήτων
    αιτιατική τη σαθρότητα τις σαθρότητες
     κλητική σαθρότητα σαθρότητες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαθρότητα < σαθρός + -ότητα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαθρότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του σαθρού
  2. (μεταφορικά) η έλλειψη στέρεης βάσης
    η σαθρότητα των επιχειρημάτων του ήταν ολοφάνερη


Μεταφράσεις[επεξεργασία]