σακί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σακί σακιά
γενική σακιού σακιών
αιτιατική σακί σακιά
κλητική σακί σακιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακί < μεσαιωνική ελληνική σακκίν < σάκκίον < σάκκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σακί ουδέτερο

Στο βαπόρι είχανε να ξεφορτώσουν σακιά μ' αλεύρι. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]