σακούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σακούλα σακούλες
γενική σακούλας σακουλών
αιτιατική σακούλα σακούλες
κλητική σακούλα σακούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακούλα < σάκος + κατάληξη υποκοριστικού -ούλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σακούλα θηλυκό

  • είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα
    • Προσφάτως όμως τέσσερις αλυσίδες γνωστών σούπερ μάρκετ αποφάσισαν να συμπράξουν σε μια καμπάνια ευαισθητοποίησης των καταναλωτών στη μη χρήση πλαστικών σακουλών που τα ίδια τα σουπερ μάρκετ παραχωρούσαν, συχνά με υπερβολή (για να μην αναφερθώ στην βουλιμική «αρπαγή» έξτρα σακουλών από τους καταναλωτές προς οικιακή χρήση, ήτοι σκουπίδια). (*)
    • μια σακούλα γεμάτη ψώνια
    • σακούλα σκουπιδιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]