σακούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σακούλα σακούλες
γενική σακούλας σακουλών
αιτιατική σακούλα σακούλες
κλητική σακούλα σακούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακούλα < σάκ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /saˈku.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σακούλα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του σάκος
  2. είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα
    • Προσφάτως όμως τέσσερις αλυσίδες γνωστών σούπερ μάρκετ αποφάσισαν να συμπράξουν σε μια καμπάνια ευαισθητοποίησης των καταναλωτών στη μη χρήση πλαστικών σακουλών που τα ίδια τα σουπερ μάρκετ παραχωρούσαν, συχνά με υπερβολή (για να μην αναφερθώ στην βουλιμική «αρπαγή» έξτρα σακουλών από τους καταναλωτές προς οικιακή χρήση, ήτοι σκουπίδια). (*)
    • μια σακούλα γεμάτη ψώνια
    • σακούλα σκουπιδιών
  3. (συνεκδοχικά) ό,τι περιέχεται σε μια σακούλα(1,2)
  4. (ειδικότερα) ειδική πάνινη κατασκευή μέσα στην οποία παράγεται το στραγγιστό γιαούρτι
  5. (πληθυντικός) σακούλες: μαύροι κύκλοι ή εξογκώματα κάτω από τα μάτια, εξαιτίας αϋπνίας, κούρασης κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]