σαλατιέρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σαλατιέρα | οι | σαλατιέρες |
| γενική | της | σαλατιέρας | — | |
| αιτιατική | τη | σαλατιέρα | τις | σαλατιέρες |
| κλητική | σαλατιέρα | σαλατιέρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σαλατιέρα θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 σαλατιέρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας