σαλβάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σαλβάρι τα σαλβάρια
      γενική του σαλβαριού των σαλβαριών
    αιτιατική το σαλβάρι τα σαλβάρια
     κλητική σαλβάρι σαλβάρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαλβάρι < τουρκική şalvar [1] < περσική شلوار (šalvâr), δείτε τη λέξη: σαράβαρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαλβάρι ουδέτερο

φαρδύ παντελόνι που φορούσαν παλιά οι χωρικοί

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]