σαλιάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : σαλιέρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαλιάρα σαλιάρες
γενική σαλιάρας σαλιαρών
αιτιατική σαλιάρα σαλιάρες
κλητική σαλιάρα σαλιάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. σαλιάρα < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: σαλιάρης
  2. σαλιάρα < σάλιο + -άρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαλιάρα θηλυκό

  1. μικρή πετσέτα σε σχήμα μηνίσκου που την δένουν μπροστά στο λαιμό ενός μωρού, για να μη λερώνεται το στήθος του
  2. (ιχθυολογία) είδος ψαριού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

σαλιάρα θηλυκό