σαλμονέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαλμονέλα οι σαλμονέλες
      γενική της σαλμονέλας των σαλμονελών
    αιτιατική τη σαλμονέλα τις σαλμονέλες
     κλητική σαλμονέλα σαλμονέλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαλμονέλα < νεολατινική salmonella < Daniel Elmer Salmon

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sal.mɔ.ˈnε.la/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαλμονέλα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]