σαλμονέλωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαλμονέλωση σαλμονελώσεις
γενική σαλμονέλωσης
& σαλμονελώσεως
σαλμονελώσεων
αιτιατική σαλμονέλωση σαλμονελώσεις
κλητική σαλμονέλωση σαλμονελώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαλμονέλωση < γαλλική salmonellose < salmonelle < Daniel Elmer Salmon < Salomon < Solomon < λατινική Salomon / Solomon < ελληνιστική κοινή Σολομών (αντιδάνειο) < εβραϊκή, שלמה (Shlomo) < שלום (shalóm: ειρήνη) < πρωτοσημιτικά *šalām- (ειρήνη, ευημερία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαλμονέλωση θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]