σαλπιγγικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σαλπιγγικός σαλπιγγική σαλπιγγικό
γενική σαλπιγγικού σαλπιγγικής σαλπιγγικού
αιτιατική σαλπιγγικό σαλπιγγική σαλπιγγικό
κλητική σαλπιγγικέ σαλπιγγική σαλπιγγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σαλπιγγικοί σαλπιγγικές σαλπιγγικά
γενική σαλπιγγικών σαλπιγγικών σαλπιγγικών
αιτιατική σαλπιγγικούς σαλπιγγικές σαλπιγγικά
κλητική σαλπιγγικοί σαλπιγγικές σαλπιγγικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαλπιγγικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σαλπιγγικός, -ή, -ό

  1. σχέτικος με τις σάλπιγγες (τα γυναικεία όργανα αναπαραγωγής)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]