σαλτσιέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

χρυσή σαλτσιέρα της Πρωτοελλαδικής Εποχής, περ. 2200 π.Χ.
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαλτσιέρα οι σαλτσιέρες
      γενική της σαλτσιέρας
    αιτιατική τη σαλτσιέρα τις σαλτσιέρες
     κλητική σαλτσιέρα σαλτσιέρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαλτσιέρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική salsiera

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /salˈt͡sçe.ɾa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαλτσιέρα θηλυκό

  1. σκεύος σε σχήμα μπολ με προχοή, κατάλληλο για το σερβίρισμα της σάλτσας
  2. (αρχαιολογία) συμβατική ονομασία τύπου αγγείου της προϊστορικής εποχής με μακρά προχοή
     συνώνυμα: κύμβη, ραμφόστομη φιάλη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]