σαμάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : σμάρι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαμάρι σαμάρια
γενική σαμαριού σαμαριών
αιτιατική σαμάρι σαμάρια
κλητική σαμάρι σαμάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαμάρι < μεσαιωνική ελληνική σαμάρι(ν) < σαγμάριον, υποκοριστικό του (αρχαία ελληνική) σάγμα < σάττω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαμάρι ουδέτερο

  1. ξύλινο συνήθως εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη γαϊδουριού ή μουλαριού ώστε να φορτωθεί πάνω σ' αυτό ένα φορτίο
  2. (μεταφορικά) καμπύλη προεξοχή του οδοστρώματος που δυσχεραίνει την κίνηση των οχημάτων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]