σαμιαμίθι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σαμιαμίθι | τα | σαμιαμίθια |
| γενική | του | σαμιαμιθιού | των | σαμιαμιθιών |
| αιτιατική | το | σαμιαμίθι | τα | σαμιαμίθια |
| κλητική | σαμιαμίθι | σαμιαμίθια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σαμιαμίθι < μεσαιωνική ελληνική σαμαμίθιον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σαμιαμίθι ουδέτερο
- άλλη μορφή του σαμιαμίδι