σαμουράι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαμουράι < αγγλική samurai < ιαπωνική (さむらい, samurai)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαμουράι αρσενικό άκλιτο

  1. ευγενής πολεμιστής στην προβιομηχανική Ιαπωνία, δεινός χειριστής του σπαθιού και μέλος της ομώνυμης τάξης που υπηρετούσε τους Ιάπωνες φεουδάρχες υπακούοντας σε αυστηρό κώδικα τιμής
    οι σαμουράι, για να αποφύγουν την ατίμωση, αυτοκτονούσαν με το παραδοσιακό τελετουργικό του χαρακίρι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]