σαμπαχαδάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σαμπαχαδάκι τα σαμπαχαδάκια
      γενική
    αιτιατική το σαμπαχαδάκι τα σαμπαχαδάκια
     κλητική σαμπαχαδάκι σαμπαχαδάκια
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαμπαχαδάκι < σαμπάχ + υποκοριστικό επίθημα -αδάκι < τουρκική sabah < οθωμανική τουρκική صباح (sabâh) < αραβική صباح (ar) (ṣabāḥ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαμπαχαδάκι ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]