σαμποτάρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαμποτάρω < σαμποτάζ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σαμποτάρω

  1. κάνω σαμποτάζ, υπονομεύω (πχ μια προσπάθεια)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]