Μετάβαση στο περιεχόμενο

σανίδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σανίδι τα σανίδια
      γενική του σανιδιού των σανιδιών
    αιτιατική το σανίδι τα σανίδια
     κλητική σανίδι σανίδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σανίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σανίδι < αρχαία ελληνική σανίδιον < σανίς[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σανίδι ουδέτερο

  1. η σανίδα
  2. (θέατρο) η σκηνή του θεάτρου
    • ανέβηκε για πρώτη φορά στο σανίδι: έπαιξε για πρώτη φορά σε θεατρικό έργο
  3. (ιδιωματικό): η αυλακιά ποτίσματος σε χωράφι (στη κρητική διάλεκτο)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]