σαπούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαπούνι σαπούνια
γενική σαπουνιού σαπουνιών
αιτιατική σαπούνι σαπούνια
κλητική σαπούνι σαπούνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαπούνι < ελληνιστική κοινή σαπώνιον < σάπων < λατινική sapo
μία πλάκα σαπούνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαπούνι ουδέτερο

  1. οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται για το πλύσιμο είτε σε στερεή μορφή, σε πλάκες, είτε σε υγρή


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]