σαράβαλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαράβαλο σαράβαλα
γενική σαράβαλου σαράβαλων
αιτιατική σαράβαλο σαράβαλα
κλητική σαράβαλο σαράβαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαράβαλο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαράβαλο ουδέτερο

  • αυτοκίνητο ή άλλο μηχάνημα ή κτίσμα πολύ παλιό και σε κακή κατάσταση
    Τελικά το φορτηγό έγινε σαράβαλο και συνεχίσαμε με τα πόδια. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]