Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαραζανέτ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαραζανέτ < ιταλική Giulio Serra Zanetti[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σαραζανέτ ουδέτερο άκλιτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Από σχετική πατέντα τού Ιταλού Giulio Serra Zanetti στις 14 Αυγούστου 1897.