σαρανταήμερο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαρανταήμερο σαρανταήμερα
γενική σαρανταημέρου σαρανταημέρων
αιτιατική σαρανταήμερο σαρανταήμερα
κλητική σαρανταήμερο σαρανταήμερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαρανταήμερο < σαράντα + ημέρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαρανταήμερο ουδέτερο

  1. χρονική διάρκεια σαράντα ημερών
  2. η περίοδος της νηστείας σαράντα ημερών πριν από τα Χριστούγεννα
  3. το μνημόσυνο που τελείται όταν συμπληρώνονται σαράντα ημέρες από το θάνατο κάποιου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]