σαρδέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαρδέλα σαρδέλες
γενική σαρδέλας σαρδελών
αιτιατική σαρδέλα σαρδέλες
κλητική σαρδέλα σαρδέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαρδέλα < ιταλική sardella

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαρδέλα θηλυκό

  1. ονομασία όλων των ειδων του γένους Sardina
  2. (μεταφορικά) η κάθε γραμμή σε διακριτικό βαθμοφόρων υπαξιωματικών
    πήρε μια σαρδέλα και νομίζει ότι έγινε κάποιος...

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • θα σε σκίσω σα σαρδέλα: λέγεται σαν απειλή
  • (στριμωχτήκαμε) σα σαρδέλες: όταν υπάρχει πάρα πολύς κόσμος στριμωγμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]