Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαρδελοφάγος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σαρδελοφάγος η σαρδελοφάγος
& σαρδελοφάγα
το σαρδελοφάγο
      γενική του σαρδελοφάγου της σαρδελοφάγου
& σαρδελοφάγας
του σαρδελοφάγου
    αιτιατική τον σαρδελοφάγο τη σαρδελοφάγο
& σαρδελοφάγα
το σαρδελοφάγο
     κλητική σαρδελοφάγε σαρδελοφάγε
& σαρδελοφάγα
σαρδελοφάγο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σαρδελοφάγοι οι σαρδελοφάγοι
& σαρδελοφάγες
τα σαρδελοφάγα
      γενική των σαρδελοφάγων των σαρδελοφάγων των σαρδελοφάγων
    αιτιατική τους σαρδελοφάγους τις σαρδελοφάγους
& σαρδελοφάγες
τα σαρδελοφάγα
     κλητική σαρδελοφάγοι σαρδελοφάγοι
& σαρδελοφάγες
σαρδελοφάγα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαρδελοφάγος < σαρδέλ(α) + -ο- + -φάγος

Επίθετο

[επεξεργασία]

σαρδελοφάγος, -ος/-α, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]