σαρκώδης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | σαρκώδης | η | σαρκώδης | το | σαρκώδες |
| γενική | του | σαρκώδους | της | σαρκώδους | του | σαρκώδους |
| αιτιατική | τον | σαρκώδη | τη | σαρκώδη | το | σαρκώδες |
| κλητική | σαρκώδη(ς) | σαρκώδης | σαρκώδες | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | σαρκώδεις | οι | σαρκώδεις | τα | σαρκώδη |
| γενική | των | σαρκωδών | των | σαρκωδών | των | σαρκωδών |
| αιτιατική | τους | σαρκώδεις | τις | σαρκώδεις | τα | σαρκώδη |
| κλητική | σαρκώδεις | σαρκώδεις | σαρκώδη | |||
| Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σαρκώδης < αρχαία ελληνική σαρκώδης < σαρκόω / σαρκῶ < σάρξ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /saɾˈko.ðis/
Επίθετο
[επεξεργασία]σαρκώδης, -ης, -ες
- που έχει πολλή σάρκα
- ※ «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη σάρκα