σαυρίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαυρίδι σαυρίδια
γενική σαυριδιού σαυριδιών
αιτιατική σαυρίδι σαυρίδια
κλητική σαυρίδι σαυρίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαυρίδι < μεσαιωνική ελληνική σαυρίδιον < σαυρίς (υποκοριστικό του σαῦρος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sa.ˈvɾi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαυρίδι ουδέτερο (και σαφρίδι)

  1. μικρό ψάρι της Μεσογείου (Trachurus trachurus) που συναντάται στα ρηχά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]