σαφράν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαφράν < (άμεσο δάνειο) γαλλική safran < μεσαιωνική λατινική safranum < αραβική زَعْفَرَان‎ (zaʿfarān) < περσική *زرپران‎ (*zar-parân)[1]. Δείτε και ζαφορά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαφράν ουδέτερο, άκλιτο

  1. το μπαχαρικό ζαφορά
  2. το φυτό κρόκος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.