Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαφῶς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαφῶς < σᾰφ(ής) + -ῶς.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sa.pʰɔ̂ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : σᾰ‐φῶς

Επίρρημα

[επεξεργασία]

σαφῶς (ᾰ) (τροπικό επίρρημα), συγκριτικός :  σαφέστερον, υπερθετικός :  σαφέστατα

  1. σαφώς, με σαφή τρόπο, ξεκάθαρα
    ≈ συνώνυμα: τορῶς
    «σαφῶς φράσαι», «σαφῶς δεικνύναι», «σαφῶς εἰδέναι»
  2. βεβαίως, προφανώς, ολοφάνερα, προδήλως
    «ἦν σαφῶς» ήταν προφανές

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

σαφῶς (αρχαία ελληνικά)

→ μεσαιωνικά ελληνικά: σαφῶς
→ νέα ελληνικά: σαφῶς, σαφώς