σαφῶς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sa.pʰɔ̂ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σᾰ‐φῶς
Επίρρημα
[επεξεργασία]σαφῶς (ᾰ) (τροπικό επίρρημα), συγκριτικός : σαφέστερον, υπερθετικός : σαφέστατα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]σαφῶς (αρχαία ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- σαφής - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σαφῶς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.