Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαύρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαύρα οι σαύρες
      γενική της σαύρας των σαυρών
    αιτιατική τη σαύρα τις σαύρες
     κλητική σαύρα σαύρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαύρα[1][2][3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsav.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σαύρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ο κοκκινοκέφαλος Αγάμα των βράχων

σαύρα θηλυκό

  1. (ερπετό, ζωολογία) μικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες
     συνώνυμα: γουστέρα
    < υπώνυμα: ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, σκίγγος, σκίγκος, χαμαιλέων
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος κακάσχημος, αποκρουστικός
    παράδειγμα Αυτή είναι σαν τα κρύα τα νερά, ο άντρας της όμως είναι σκέτη σαύρα!
  3. (κατ’ επέκταση) άνθρωπος κακός και πονηρός

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σαύρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. σαύρα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  3. σαύρα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)