σαύρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαύρα σαύρες
γενική σαύρας σαυρών
αιτιατική σαύρα σαύρες
κλητική σαύρα σαύρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαύρα < αρχαία ελληνική σαύρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsav.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ο κοκκινοκέφαλος Αγάμα των βράχων

σαύρα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]