σαύρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σαύρα | οι | σαύρες |
| γενική | της | σαύρας | των | σαυρών |
| αιτιατική | τη | σαύρα | τις | σαύρες |
| κλητική | σαύρα | σαύρες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σαύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαύρα[1][2][3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsav.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σαύ‐ρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
σαύρα θηλυκό
- (ερπετό, ζωολογία) μικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες
- (μεταφορικά) άνθρωπος κακάσχημος, αποκρουστικός
Αυτή είναι σαν τα κρύα τα νερά, ο άντρας της όμως είναι σκέτη σαύρα!
- (κατ’ επέκταση) άνθρωπος κακός και πονηρός
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σαύρα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σαύρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ σαύρα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ σαύρα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ερπετά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Ζωολογία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
