Μετάβαση στο περιεχόμενο

σβέννυμι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  σβέννυμι   σβέννυμαι 
Παρατατικός  ἐσβέννυν   ἐσβεννύμην 
Μέλλοντας  σβέσω   σβήσομαι & σβεσθήσομαι 
Αόριστος  ἔσβεσα   ἐσβεσάμην & ἐσβέσθην & ἔσβην 
Παρακείμενος  ἔσβηκα   ἔσβεσμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐσβήκειν 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σβέννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)gʷes- (σβήνω, εξαλείφω)

σβέννυμι (παθητική φωνή σβέννυμαι)

  1. σβήνω, καταστέλλω, καταπραΰνω, καταπαύω
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 66
    οἱ μὲν γὰρ Αἰγύπτιοι διαστάντες φυλακὰς ἔχουσι τῶν αἰελούρων, ἀμελήσαντες σβεννύναι τὸ καιόμενον, οἱ δὲ αἰέλουροι διαδύνοντες καὶ ὑπερθρώσκοντες τοὺς ἀνθρώπους ἐσάλλονται ἐς τὸ πῦρ.
  2. καταστέλλω, δαμάζω, θέτω υπό έλεγχο, μετριάζω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 9 (Ι. Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί.), στίχ. 678
    Ἀτρεΐδη κύδιστε ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον // κεῖνός γ’ οὐκ ἐθέλει σβέσσαι χόλον
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Αἴας, στίχ. 1057
    κεἰ μὴ θεῶν τις τήνδε πεῖραν ἔσβεσεν
  3. (στην παθητική φωνή) δαμάζομαι, εξαλείφομαι, κατασβήνομαι, κοπάζω, παύω να καίω
  1. (για ανθρώπους), εξοντώνομαι, φονεύομαι, εξαλείφομαι
  2. (γενικά) πραΰνομαι, κατευνάζομαι, μετριάζομαι, ησυχάζω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 3 (γ. Ἰθακησίων ἐκκλησία καὶ Τηλεμάχου ἀποδημία.), στίχ. 182
    αὐτὰρ ἐγώ γε Πύλονδ' ἔχον, οὐδέ ποτ' ἔσβη // οὖρος, ἐπεὶ δὴ πρῶτα θεὸς προέηκεν ἀῆναι.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]