σβήνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Αμερικάνοι ναύτες που σβήνουν μια φωτιά σε ένα υποβρύχιο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σβήνω < αρχαία ελληνική σβέννυμι . Από τον αόριστο ἔσβην (γ' πληθυντικό: ἔσβησαν) σχηματίστηκε ο νέος αόριστος έσβησα και από αυτόν ο νέος ενεστώτας σβήνω.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈzvi.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

σβήνω

  1. σταματώ κάτι από το να καίει ή να καίγεται
    Ευτυχώς η Πυροσβεστική πρόλαβε και έσβησε την φωτιά γρήγορα.
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: : ανάβω
    • (αμετάβατο) σταματώ να καίω
    • η φωτιά έσβησε
  2. (μεταφορικά) ικανοποιώ μια σφοδρή επιθυμία ωστε αυτή να μην είναι πια επιτακτική
    σβήνω τη δίψα μου
  3. κάνω κάτι που είναι γραμμένο να μη φαίνεται πια, διαγράφω
    Κωστάκη, σβήσε αυτήν τη λέξη και ξαναγράψε την σωστά - είπε η δασκάλα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: : γράφω
  4. απενεργοποιώ μια συσκευή
    Σβήσε το φως όταν φύγεις από το σπίτι για να μην καταναλώνουμε άσκοπα ενέργεια.
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: : ανάβω
    • (αμετάβατο) σταματώ να λειτουργώ
      το φως / ο υπολογιστής / το αυτοκίνητο έσβησε ξαφνικά
  5. (λαϊκότροπο) (αμετάβατο) λιποθυμώ ή πεθαίνω
  6. (γαστρονομία) ρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]