σβαρνίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σβαρνίζω < σβάρνα + -ίζω < μεσαιωνική ελληνική σβάρνα < σλαβική barna < πρωτοσλαβική borna

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zvaɾ.'ni.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σβαρνίζω (παθητική φωνή: σβαρνίζομαι)

  1. δουλεύω το χώμα με σβάρνα
    Πάω να σβαρνίσω το χωράφι για να φυτέψω τις ντομάτες.
  2. (μεταφορικά) παίρνω σβάρνα
    Χάλασαν τα φρένα του αυτοκινήτου και σβάρνισε έναν κάδο ανακύκλωσης.

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]