σείομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σείομαι < παθητική φωνή του ρήματος σείω

Ρήμα[επεξεργασία]

σείομαι, πρτ.: σειόμουν(α), στ.μέλλ.: θα σειστώ, αόρ.: σείστηκα

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]