Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεβάζομαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σεβάζομαι < σέβας Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

σεβάζομαι

Συγγενικά

[επεξεργασία]