σεβάσματα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα σεβάσματα
      γενική των σεβασμάτων
    αιτιατική τα σεβάσματα
     κλητική σεβάσματα
Δείτε και το σέβας.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεβάσματα < (λόγιο) ελληνιστική κοινή σέβασμα < αρχαία ελληνική σεβάζομαι[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεβάσματα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. όλα όσα σέβεται κάποιος
  2. (προσφώνηση) (σε προσφωνήσεις) σε ένδειξη σεβασμού προς κάποιον
    Παναγιότατε, σας υποβάλλω τα σεβάσματά μου.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.