Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεβντάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σεβντάς οι σεβντάδες
      γενική του σεβντά των σεβντάδων
    αιτιατική τον σεβντά τους σεβντάδες
     κλητική σεβντά σεβντάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σεβντάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική sevda < αραβική سوداء (sawdāʾ: μαυρίλα, μελαγχολία), θηλυκό του أسود (’áswad, μαύρος) < ρίζα س و د (s-w-d)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σεβντάς αρσενικό

  1. ερωτικό πάθος (συνήθως ανικανοποίητο)
  2. διακαής πόθος, από καρδιάς
      Και καθώς ο Διόνυσος ήταν παθιάρης άντρας και δεν παρεξηγούσε λεπτομέρειες τύπου « Αγάπη μου , μην το πάρεις στραβά , αλλά έχω ένα παπάρι να » , είχε πάθει τρελό σεβντά με τον Άμπελο, αλλά το παλικάρι τώρα , εμ σάτυρος. (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]