Μετάβαση στο περιεχόμενο

σειρά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σειρά οι σειρές
      γενική της σειράς των σειρών
    αιτιατική τη σειρά τις σειρές
     κλητική σειρά σειρές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σειρά < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σειρά (αρχαία σημασία: σκοινί, αλυσίδα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική série και από την (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική serial[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siˈɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός : σει‐ρά
τονικό παρώνυμο: Σύρα
Ηλεκτρικό κύκλωμα: σύνδεση αντιστάσεων σε σειρά.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σειρά θηλυκό

  1. (τοπική σημασία) ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο, στη γραμμή
    παράδειγμα  τακτοποίησε τα ποτήρια μέσα στο ντουλάπι σε δύο σειρές
    → δείτε και τη λέξη σερί
    σύνδεση σε σειρά: η σύνδεση αντιστάσεων σε ένα κύκλωμα διαδοχικά, σε αντίθεση προς την παράλληλη σύνδεση
  2. (χρονική σημασία) ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που διαδέχονται το ένα το άλλο
    παράδειγμα  μια σειρά τραγικών γεγονότων καθόρισε τη ζωή του
    παράδειγμα  ο συγγραφέας έγραψε εκτός από μυθιστορήματα και μια σειρά από θεατρικά έργα
    ※  Ο ψυχαναλυτής, αντιθέτως από ένα γιατρό, δεν υπόσχεται θεραπεία, ούτε θαυματουργική μεταμόρφωση του πόνου σε ευτυχία, και παρόλο που η κλινική εμπειρία δείχνει ότι η ψυχανάλυση έχει θεραπευτικά αποτελέσματα, η διαδικασία δεν μπορεί να στοχεύσει σε αυτά χωρίς να ενδυναμωθεί το σύμπτωμα: ούτε τα αποτελέσματα μπορούν να προβλεφθούν, σε σειρά ή κατεύθυνση. (Πέτρος Πατούνας, Η Σκηνή στη Σκηνή του Κόσμου, Lulu press, 2015, σελ. 7)
    → δείτε και τη λέξη σερί
  3. (σε κείμενο) η γραμμή, η αράδα
  4. (τηλεόραση) το πρόγραμμα (εκπομπή) με δραματικό ή και κωμικό περιεχόμενο (φανταστική υπόθεση και ήρωες) που συνεχίζεται σε πολλά επεισόδια
  5. (στρατός) το σύνολο των κληρωτών που καλούνται να παρουσιαστούν για κατάταξη την ίδια περίοδο, η ΕΣΣΟ
    • (ως προσφώνηση μεταξύ στρατιωτών, ιδίως μεταξύ αυτών που έχουν καταταχτεί μαζί)
  6. η θέση που κατέχει κάποιος ή κάτι σε μια διαδοχή
    κάτσε κι εσύ στην ουρά και, όταν έρθει η σειρά σου, θα εξυπηρετηθείς
  7. η τάξη, η τακτοποίηση πραγμάτων και υποθέσεων
    παράδειγμα  έχω τόσες υποθέσεις να βάλω σε μια σειρά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • της σειράς: για κάτι συνηθισμένο, μέτριας ή χαμηλής αξίας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σειρά < ελληνιστική κοινή σειρά (αρχαία σημασία: σκοινί, αλυσίδα)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ τουρκικά: sıra

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σειρά θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ σειρᾱ́ αἱ σειραί
      γενική τῆς σειρᾶς τῶν σειρῶν
      δοτική τῇ σειρᾷ ταῖς σειραῖς
    αιτιατική τὴν σειρᾱ́ν τὰς σειρᾱ́ς
     κλητική ὦ! σειρᾱ́ σειραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σειρᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  σειραῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σειρά < → δείτε και τις λέξεις εἴρω και ἀείρω → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σειρά θηλυκό

  1. σκοινί, κλωστή, κορδόνι
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 115
    οἰ δ’ ἴσαν ὑλοτόμους πελέκεας ἐν χερσὶν ἔχοντες σειράς τ’ εὐπλέκτους
  2. κλωστή ή αλυσίδα από χρυσό
  3. σχοινί με θηλειά, όπως το λάσο
    ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 85
    ὅπλα δὲ οὐ νομίζουσι ἔχειν οὔτε χάλκεα οὔτε σιδήρεα ἔξω ἐγχειριδίων, χρέωνται δὲ σειρῇσι πεπλεγμένῃσι ἐξ ἱμάντων
  4. επίδεσμος
  5. όχθη
  6. (μεταφορικά, σχετικά με ζώο) ουρά
  7. (ανατομία) το πρόσθιο μέρος του περινέου
  8. (ελληνιστική σημασία)
  1. σειρά, γραμμή, ακολουθία
  2. βόστρυχος, πλεξούδα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]