σειραϊκοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σειραϊκοποιώ < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική serialize (νεολογισμός)

Ρήμα[επεξεργασία]

σειραϊκοποιώ

  1. κάνω σειραϊκό, τοποθετώ σε σειρά, σε διάταξη
  2. (πληροφορική) μετατρέπω ένα αντικείμενοτύπο δεδομένων) σε σειρά από bytes (σειριακή μορφή), ώστε να μπορεί να αποθηκευτεί σε μακροπρόθεσμη μνήμη (πχ. σκληρό δίσκο) ή να αποσταλεί μέσω δικτύου

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]