σεισμικότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σεισμικότητα σεισμικότητες
γενική σεισμικότητας σεισμικοτήτων
αιτιατική σεισμικότητα σεισμικότητες
κλητική σεισμικότητα σεισμικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεισμικότητα < σεισμικός + -ότητα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.zmi.ˈkɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεισμικότητα θηλυκό

  1. η συχνότητα εμφάνισης σεισμών σε μια περιοχή
    οι οικοδομικοί κανονισμοί είναι αυστηρότεροι σε περιοχής υψηλής σεισμικότητας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]