Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεκλετίσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σεκλετίσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
  3. θα σεκλετίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σεκλετίζω