σεκλετίσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σεκλετίσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
- θα σεκλετίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σεκλετίζω