σελαγισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σελαγισμός οι σελαγισμοί
      γενική του σελαγισμού των σελαγισμών
    αιτιατική τον σελαγισμό τους σελαγισμούς
     κλητική σελαγισμέ σελαγισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σελαγισμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σελαγισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]