Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεληνιαστώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σεληνιαστώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
  2. θα σεληνιαστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σεληνιάζομαι