σελφίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σελφίτιδα οι σελφίτιδες
      γενική της σελφίτιδας των σελφίτιδων
    αιτιατική τη σελφίτιδα τις σελφίτιδες
     κλητική σελφίτιδα σελφίτιδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σελφίτιδα < αγγλική selfitis < selfie < self + -ίτιδα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σελφίτιδα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]