σενεγαλέζικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σενεγαλέζικος σενεγαλέζικη σενεγαλέζικο
γενική σενεγαλέζικου σενεγαλέζικης σενεγαλέζικου
αιτιατική σενεγαλέζικο σενεγαλέζικη σενεγαλέζικο
κλητική σενεγαλέζικε σενεγαλέζικη σενεγαλέζικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σενεγαλέζικοι σενεγαλέζικες σενεγαλέζικα
γενική σενεγαλέζικων σενεγαλέζικων σενεγαλέζικων
αιτιατική σενεγαλέζικους σενεγαλέζικες σενεγαλέζικα
κλητική σενεγαλέζικοι σενεγαλέζικες σενεγαλέζικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σενεγαλέζικος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σενεγαλέζικος, -η, -ο

  1. που προέρχεται από τη Σενεγάλη ή αναφέρεται στη χώρα αυτή και τους Σενεγαλέζους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]