σενσέι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σενσέι < ιαπωνική 先生 (sensei)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σενσέι αρσενικό άκλιτο

  1. ο δάσκαλος στην ιαπωνική γλώσσα, τιμητικός τίτλος για κάποιον που κατέχει άριστα κάποια τέχνη και μπορεί να τη διδάξει· λέγεται συχνά για τις πολεμικές τέχνες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]