σερβίρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σερβίρισμα σερβιρίσματα
γενική σερβιρίσματος σερβιρισμάτων
αιτιατική σερβίρισμα σερβιρίσματα
κλητική σερβίρισμα σερβιρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σερβίρισμα < σερβίρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σερβίρισμα ουδέτερο

  1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του σερβίρω
  2. παράθεση φαγητού, ποτού, κ.λπ.
  3. η ρίψη της μπάλας από παίκτη σε παίκτη ίδιας ομάδας (ποδόσφαιρο, βόλεϊ κ.λπ.)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]