σερβίρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σερβίρω < ιταλική servire

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σερβίρω

  1. Προσφέρω φαγητό ή ποτό σε κάποιον
    Έψηνε τους καφέδες και τους σέρβιρε η ίδια μέσα στη σιωπή. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]