σερβίρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σερβίρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σερβίρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική servire
Ρήμα
[επεξεργασία]σερβίρω
- τοποθετώ φαγητό σε πιάτο ή ποτό σε ποτήρι (για κάποιον)
- ※ Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.
- Guillaume Musso, Σέντραλ Πάρκ, Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη. Αθήνα (2014), Εκδόσεις: Καστανιώτη, ISBN 9789600359954, @google.gr/books
- ※ Έψηνε τους καφέδες και τους σέρβιρε η ίδια μέσα στη σιωπή. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- ※ Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
|---|---|---|---|---|---|---|
| α' ενικ. | σερβίρω | σέρβιρα | θα σερβίρω | να σερβίρω | σερβίροντας | |
| β' ενικ. | σερβίρεις | σέρβιρες | θα σερβίρεις | να σερβίρεις | σέρβιρε | |
| γ' ενικ. | σερβίρει | σέρβιρε | θα σερβίρει | να σερβίρει | ||
| α' πληθ. | σερβίρουμε | σερβίραμε | θα σερβίρουμε | να σερβίρουμε | ||
| β' πληθ. | σερβίρετε | σερβίρατε | θα σερβίρετε | να σερβίρετε | σερβίρετε | |
| γ' πληθ. | σερβίρουν(ε) | σέρβιραν σερβίραν(ε) |
θα σερβίρουν(ε) | να σερβίρουν(ε) |
Παθητική φωνή: → λείπει η κλίση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επέκταση
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)