Μετάβαση στο περιεχόμενο

σερβίρω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σερβίρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σερβίρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική servire

σερβίρω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. σερβίρω σέρβιρα θα σερβίρω να σερβίρω σερβίροντας
β' ενικ. σερβίρεις σέρβιρες θα σερβίρεις να σερβίρεις σέρβιρε
γ' ενικ. σερβίρει σέρβιρε θα σερβίρει να σερβίρει
α' πληθ. σερβίρουμε σερβίραμε θα σερβίρουμε να σερβίρουμε
β' πληθ. σερβίρετε σερβίρατε θα σερβίρετε να σερβίρετε σερβίρετε
γ' πληθ. σερβίρουν(ε) σέρβιραν
σερβίραν(ε)
θα σερβίρουν(ε) να σερβίρουν(ε)

Παθητική φωνή: λείπει η κλίση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]