σερβιτόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σερβιτόρος σερβιτόροι
γενική σερβιτόρου σερβιτόρων
αιτιατική σερβιτόρο σερβιτόρους
κλητική σερβιτόρε σερβιτόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σερβιτόρος < ιταλική servitore

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σερβιτόρος αρσενικό, σερβιτόρα θηλυκό

  1. αυτός που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]